...κι εκεί, ανάμεσα στα καταπράσινα δέντρα του δάσους, λαχανιασμένη, με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, οδήγησε η μητέρα της την Χιονάτη. Στην καρδιά του πευκόδασους, κοιμόταν γαλήνια η μικρή κρυστάλλινη πριγκίπισσα. Ήρεμη ατάραχη κοιμόταν γλυκά ντυμένη στα λευκά. Ησυχία στο δάσος. Τα πουλιά σιώπησαν. Το θρόισμα των φύλλων καταλάγιασε. Η μητέρα σταμάτησε. Οι χτύποι της καρδιάς της σταθεροποιήθηκαν. Κοίταξε την Χιονάτη επίμονα. Νόμιζε πως άκουγε την καρδιά της Χιονάτης να χτυπά έντονα και σταθερά. Γεμάτη υγεία και ζωντάνια. Αυτήν ήθελε! Την καρδιά της να πάρει στα γυμνά της χέρια & να ρουφήξει ό,τι ζωή απόμενε στους τελευταίους χτύπους της! Με σταθερά χέρια και ακλόνητο βλέμμα πλησίασε το κοφτερό μαχαίρι που εκρυβε στο κόρφο της πάνω στο παιδί της, το σπλάχνο της! "Κρα Κρα". Τρόμαξε. Της επεσε απ´τα χέρια το κοφτερό μαχαίρι και το βαλε στα πόδια. Έρμη ολομόναχη & ανήσυχη άφησε την μικρή Χιονάτη στο κέντρο του πευκόδασους. Δε γυρισε ποτέ. Δεν είχε καρδιά ούτε να ολοκληρώσει το αποτρόπαιο εγκλημά της, ούτε να μετανοήσει. Κι έτσι ήρθαν οι επτά νάνοι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου